Όταν η ζωή δεν ακολουθεί το χρονοδιάγραμμά μας
Από μικρή ηλικία αρχίζουμε να σχηματίζουμε μια εικόνα για το μέλλον μας. Φανταζόμαστε πώς θα είναι η ζωή μας, τι θα έχουμε καταφέρει και ποιοι θα έχουμε γίνει όταν μεγαλώσουμε.
«Μέχρι τότε θα έχω βρει τον άνθρωπό μου.»
«Θα έχω δημιουργήσει οικογένεια.»
«Θα έχω κατασταλάξει επαγγελματικά.»
«Θα αισθάνομαι πιο σίγουρος για τον εαυτό μου.»
«Θα έχω ξεπεράσει όσα με δυσκολεύουν.»
Κάποιες από αυτές τις εικόνες λειτουργούν ως όνειρα και μας βοηθούν να κινηθούμε προς μια κατεύθυνση. Άλλες, όμως, μετατρέπονται σιωπηλά σε υποσχέσεις, σε ένα εσωτερικό χρονοδιάγραμμα για το πότε και το πώς θα έπρεπε να εξελιχθεί η ζωή μας.
Και τότε, κάποια στιγμή, φτάνουμε στην ηλικία που κάποτε φανταζόμασταν. Μόνο που η ζωή μας μπορεί να μη μοιάζει καθόλου με εκείνη που περιμέναμε.
Η ηλικία του «θα έπρεπε»
Όταν η πραγματικότητα αποκλίνει από το αρχικό μας σχέδιο, μπορεί να εμφανιστούν απογοήτευση, λύπη, ντροπή ή η αίσθηση ότι έχουμε μείνει πίσω.
Κοιτάζουμε γύρω μας και βλέπουμε ανθρώπους που φαίνεται να έχουν ήδη φτάσει εκεί όπου εμείς ακόμη προσπαθούμε να φτάσουμε. Άλλοι έχουν δημιουργήσει οικογένεια, έχουν προχωρήσει επαγγελματικά ή μοιάζουν να γνωρίζουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα ποιοι είναι και τι θέλουν.
Η σύγκριση, όμως, δεν γίνεται μόνο με τους άλλους.
Πολλές φορές συγκρίνουμε τη σημερινή μας ζωή με τη ζωή που είχαμε κάποτε υποσχεθεί στον εαυτό μας. Με μια φανταστική εκδοχή μας που δεν γνώρισε απρόβλεπτες αλλαγές, απογοητεύσεις, απώλειες, φόβους ή ανάγκη να αλλάξει πορεία.
Απέναντι σε αυτόν τον ιδανικό εαυτό, ο σημερινός μας εαυτός μπορεί εύκολα να μοιάζει ανεπαρκής.
Ποιος δημιούργησε το χρονοδιάγραμμα;
Τα χρονοδιαγράμματα αυτά δεν δημιουργούνται μόνο από τις προσωπικές μας επιθυμίες. Επηρεάζονται βαθιά από την οικογένεια, την κοινωνία και τα πρότυπα της εποχής στην οποία μεγαλώνουμε.
Σπουδές, επαγγελματική αποκατάσταση, σταθερή σχέση, γάμος, παιδιά, οικονομική ασφάλεια. Η ζωή παρουσιάζεται συχνά σαν μια διαδρομή με συγκεκριμένα στάδια, τα οποία χρειάζεται να ολοκληρώνονται με τη «σωστή» σειρά και μέσα στον «σωστό» χρόνο.
Έτσι, η κοινωνική προσδοκία μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε εσωτερική φωνή:
«Στην ηλικία μου θα έπρεπε να έχω καταφέρει περισσότερα.»
«Θα έπρεπε να έχω αποφασίσει.»
«Θα έπρεπε να είμαι αλλού.»
Το «θα ήθελα» γίνεται «θα έπρεπε». Και μαζί με την επιθυμία εμφανίζονται η πίεση, η σύγκριση και ο φόβος ότι η ζωή δεν εξελίσσεται όπως θα όφειλε.
Οι πιθανοί εαυτοί μας
Στην ψυχολογία γίνεται λόγος για τους «πιθανούς εαυτούς»: τις εικόνες που δημιουργούμε για το ποιοι θα μπορούσαμε, θα θέλαμε ή περιμέναμε να γίνουμε.
Οι πιθανοί αυτοί εαυτοί μάς βοηθούν να ονειρευόμαστε και να θέτουμε στόχους. Γίνονται, όμως, και μέρος της ταυτότητάς μας. Δεν φανταζόμαστε μόνο ότι θα αποκτήσουμε μια συγκεκριμένη δουλειά, μια σχέση ή μια οικογένεια. Φανταζόμαστε και τον άνθρωπο που θα είμαστε μέσα σε αυτή τη ζωή.
Όταν λοιπόν ένα σχέδιο δεν πραγματοποιείται, δεν χάνεται μόνο ένας εξωτερικός στόχος.
Μπορεί να πενθούμε τον επιτυχημένο επαγγελματία που πιστεύαμε ότι θα γίνουμε. Τον σύντροφο ή τον γονέα που φανταζόμασταν ότι θα είμαστε. Τον ώριμο ενήλικα που θα είχε ξεπεράσει όλες τις ανασφάλειες και θα γνώριζε πια τις απαντήσεις.
Πενθούμε έναν πιθανό εαυτό που κάποτε έμοιαζε τόσο αληθινός, ώστε τον θεωρούσαμε σχεδόν μέρος του μέλλοντός μας.
Ήταν δική μου επιθυμία;
Μέσα σε αυτό το πένθος μπορεί να αναδυθεί ένα δύσκολο αλλά ουσιαστικό ερώτημα:
Αυτό που δεν συνέβη ήταν πράγματι κάτι που επιθυμούσα ή ήταν η ζωή που έμαθα ότι έπρεπε να θέλω;
Η απάντηση δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη. Οι προσωπικές επιθυμίες και οι κοινωνικές προσδοκίες συχνά συνυπάρχουν. Κάποιος μπορεί να επιθυμεί πραγματικά να δημιουργήσει οικογένεια και ταυτόχρονα να νιώθει ότι η αξία του εξαρτάται από το αν θα το πετύχει μέσα σε μια συγκεκριμένη ηλικία.
Το να ξεχωρίσουμε το «θέλω» από το «πρέπει» δεν εξαφανίζει απαραίτητα τη λύπη. Μπορεί, όμως, να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι ακριβώς πενθούμε.
Πενθούμε μια βαθιά προσωπική επιθυμία που δεν εκπληρώθηκε; Τον χρόνο που πιστεύουμε ότι χάθηκε; Την κοινωνική αναγνώριση που περιμέναμε; Ή την εικόνα ενός ανθρώπου που θεωρούσαμε ότι θα είχε πια τη ζωή του τακτοποιημένη;
Να επιτρέψουμε στο πένθος να υπάρξει
Μπροστά σε μια τέτοια απώλεια, οι εύκολες διαβεβαιώσεις δεν βοηθούν πάντοτε.
Το «ποτέ δεν είναι αργά» μπορεί να ακούγεται παρήγορο, αλλά δεν αναγνωρίζει ότι κάποιες δυνατότητες πράγματι αλλάζουν ή χάνονται. Ούτε χρειάζεται να πούμε στον εαυτό μας ότι «όλα γίνονται για κάποιο λόγο», προκειμένου να αποφύγουμε τη θλίψη.
Μπορούμε, αντίθετα, να παραδεχτούμε:
«Αυτό το ήθελα.»
«Πίστευα ότι η ζωή μου θα ήταν διαφορετική.»
«Αυτός ο εαυτός είχε σημασία για εμένα.»
«Και με πονά που δεν έγινε πραγματικότητα.»
Η αναγνώριση δεν σημαίνει παραίτηση. Σημαίνει ότι σταματάμε να αντιμετωπίζουμε τη λύπη μας σαν απόδειξη αποτυχίας και αρχίζουμε να τη βλέπουμε ως φυσική απόκριση απέναντι σε κάτι που είχε αξία για εμάς.
Μια ζωή διαφορετική από το αρχικό σχέδιο
Το να αποχαιρετήσουμε έναν πιθανό εαυτό δεν σημαίνει ότι ακυρώνουμε τα όνειρα ή τις επιθυμίες που κάποτε είχαμε. Σημαίνει ότι τους επιτρέπουμε να αλλάξουν μαζί μας.
Ίσως κάποια όνειρα να παραμένουν ζωντανά, αλλά να χρειάζονται διαφορετικό δρόμο ή διαφορετικό χρόνο. Ίσως άλλα να μην εκφράζουν πλέον τον άνθρωπο που είμαστε σήμερα. Και ίσως χρειάζεται να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες, όχι για να αντικαταστήσουν βιαστικά όσα χάθηκαν, αλλά για να συναντήσουν τη ζωή όπως πραγματικά είναι τώρα.
Η ωρίμανση ίσως δεν βρίσκεται στο να πραγματοποιήσουμε πιστά τη ζωή που σχεδιάσαμε κάποτε. Βρίσκεται και στη δυνατότητα να κοιτάξουμε με τρυφερότητα εκείνον τον παλαιότερο εαυτό, να αναγνωρίσουμε όσα ήλπιζε και, παράλληλα, να επιτρέψουμε στον σημερινό μας εαυτό να αναρωτηθεί ξανά:
Με όσα γνωρίζω και με όσα έχω ζήσει, ποια ζωή έχει νόημα για εμένα σήμερα;